Club-Admiralty

v6.2.3 - moving along, a point increase at a time

Ο ομώνυμος παππούς

Τον παππού τον Αποστόλη δεν το ήξερα καλά. Έχω την εντύπωση πώς τα άλλα ξαδέρφια, λόγο του ότι ήταν κοντά στο Λεόντιο, ή είχαν εξοχικό στο χωριό τον γνώριζαν καλύτερα. Εγώ τον είχα δει μια ντουζίνα φορές στην ζωή μου - ή μάλλον τόσες θυμάμαι. Το καλοκαίρι πριν έρθω στην Αμερική ένας από τους σταθμούς μου μετά την Αμαλιάδα ήταν το Λεόντιο να δω τα ξαδέρφια και τον παππού. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα. Τον ερχόμενο Μάρτη πέθανε, και εγώ και ο πατέρας μου ήμασταν μακριά. Ευκαιρία μεν πάμε Ελλάδα για την κηδεία, αλλά τελικά δεν πήγαμε.

Ο παππούς ήταν μούρη. Δεν μάσαγε μπούρδες. Μικρός μου φαινόταν άγριος, πως άμα τον κοίταζες με λάθος μάτι θα σε έσπαγε στο ξύλο. Αλλά, και με την δικό του τρόπο είχε και ένα ξεχωριστό τύπο χιούμορ. Από τα χρόνια που «πολέμου» τον πείραζαν τα πνευμόνια του. Είχε τσακώσει ένα άγριο κρύο τότε, και μάλλον θα έπαθε καμία πνευμονίτιδα, που θα του δημιούργησε ευαισθησίες με την αναπνοή. Μια μέρα λοιπόν, απ΄όσα έλεγε ο πατέρας μου, πήγε να αποχαιρετήσει τα παιδιά και τα εγγόνια του. Δεν ξέρω αν πήγε Αθήνα, αλλά πάντως όπως τα έλεγε ο πατέρας μου τους είδε όλους. Αγόρασε και ένα φέρετρο, πήρε ένα ταξί, και με το φέρετρο στην οροφή του αυτοκινήτου άρχισε ο δρόμος για το χωριό. Έκαναν μακριούς σταυρούς όσοι το έβλεπαν να περνάει, «αιωνία η μνήμη του συχωρεμένου», και κάτι τέτοια.

Φτάνει σπίτι ο παππούς και ανακοινώνει την άφιξη του: «Γυναίκα! Έφερα το έπιπλο!». Αναρωτιόταν η γυναίκα: «Μα τι λέει αυτός ο άνθρωπος, τι έπιπλο;» και μόλις είδε το φέρετρο τα πήρε στο κρανίο. Τι βλακείες είναι αυτές Απόστολε; Φτού! φτού! φτού! Το έπιπλο σπίτι δεν έμπαινε. Ο Παππούς όμως το έφερε μέσα παρά τις αντιρρήσεις. Μετά πήγε για ένα ποτό στο καφενείο. Είδε τον παπά του χωριού και τον πλήρωσε για την κηδεία του. Ο παπάς παραξενεύτηκε, αλλά τέλος πάντων.

Εκείνο το βράδυ πέθανε στον ύπνο του, ήρεμος.

Ο παππούς ήταν μούρη.
See Older Posts...